Σαλαμίνα

Η Σαλαμίνα υπήρξε πρωτεύουσα της Κύπρου για χίλια περίπου χρόνια και σύμφωνα με την παράδοση ιδρύθηκε από τον Τεύκρο, γιό του Τελαμώνα, βασιλιά του νησιού της Σαλαμίνας και αδελφού του Αίαντα, ο οποίος κατέφθασε στην Κύπρο μαζί με άλλους Έλληνες με το τέλος του Τρωικού πολέμου. Στην ‘Ελένη’ του Ευριπίδη ο Τεύκρος εξηγεί ότι τον διέταξε ο Απόλλωνας να μην επιστρέψει στα πάτριά του εδάφη αλλά να πάει στο νησί της Κύπρου αφού δεν είχε καταφέρει να προλάβει την αυτοκτονία του Αίαντα, ούτε κατάφερε να εκδικηθεί το θάνατό του.

Από το 1957 μέχρι το 1967 το Τμήμα Αρχαιοτήτων Κύπρου, ανέσκαψε διεξοδικά τη νεκρόπολη της Σαλαμίνας η οποία βρίσκεται μεταξύ της πόλης της Σαλαμίνας και της κοντινής Έγκωμης η οποία είναι σημαντική θέση της Ύστερης Έποχής του Χαλκού. Οι τάφοι της νεκρόπολης, οι οποίοι χαρακτηρίζονται ως ‘βασιλικοί’ είναι εξαιρετικής σημασίας τόσο λόγω του μεγέθους και της μνημειακότητας τους, όσο και λόγω της πληθώρας των κτερισμάτων που βρέθηκαν μέσα σε αυτούς.

Οι τάφοι χρονολογούνται κυρίως στους 8ο – 6ο αι. π.Χ. Κατά τους αιώνες αυτούς έχουμε την εμφάνιση σε όλη τη Μεσόγειο, μιας στρατιωτικής αριστοκρατίας τα μέλη της οποίας θάβονταν με πομπές και πολλά κτερίσματα.

Στα δυτικά της νεκρόπολης της Σαλαμίνας, το Τμήμα Αρχαιοτήτων ανακάλυψε το κενοτάφιο του τελευταίου βασιλιά της Σαλαμίνας, Νικοκρέοντα, και των μελών της οικογένειάς του, οι οποίοι πέθαναν το 311 π.Χ. σύμφωνα με τον ιστορικό Διόδωρο.

Σήμερα, στο Κυπριακό Μουσείο στη Λευκωσία εκτίθεται ο συντηρημένος ξύλινος θρόνος και ένα κρεβάτι από το δρόμο του Τάφου 79. Τα δύο αυτά αντικείμενα φέρουν πλάκες από ελεφαντόδοντο οι οποίες είναι σκαλισμένες, ενώ υπάρχουν άλλα αντικείμενα από τον ίδιο χώρο που διατηρούν ίχνη από άργυρο.

Από το 1952 μέχρι το 1974 το Τμήμα Αρχαιοτήτων Κύπρου διεξήγαγε διεξοδικές αρχαιολογικές έρευνες στην περιοχή που απλώνεται κατά μήκος της ακτής της Σαλαμίνας, στα βόρεια της μεσαιωνικής πόλης της Αμμοχώστου. Οι ανασκαφές αυτές έφεραν στο φως δύο σημαντικά μνημεία της Ρωμαϊκής περιόδου : το Γυμνάσιο και το Θέατρο.

Η παλαίστρα του Γυμνασίου περιβάλλεται από ένα τετράπλευρο προστώο, η στέγη του οποίου στηριζόταν από μονολιθικούς μαρμάρινους κίονες.

Τα λουτρά του Γυμνασίου διατηρούν τοίχους οι οποίοι φτάνουν σε ύψος οκτώ μέτρων και κοσμούνταν με ψηφιδωτά και τοιχογραφίες με σκηνές από την Ελληνική μυθολογία. Πολλές από αυτές τις παραστάσεις σώθηκαν και συντηρήθηκαν επί τόπου.

Στα προστώα του Γυμνασίου βρέθηκε μεγάλος αριθμός μαρμάρινων αγαλμάτων θεών και ηρώων από την Ελληνική μυθολογία. Κάποια από τα αγάλματα παρέμειναν στο χώρο ενώ άλλα μεταφέρθηκαν στο Κυπριακό Μουσείο, Λευκωσία και στο Επαρχιακό Μουσείο Αμμοχώστου (σήμερα κατεχόμενο).

Τα κατάλοιπα του Θεάτρου ανασκάφηκαν και αποκαταστάθηκαν εν μέρει ούτως ώστε το Θέατρο να μπορεί να φιλοξενεί θεατρικές και μουσικές εκδηλώσεις. Το θέατρο αυτό κατά την αρχαιότητα υπήρξε ένα από τα μεγαλύτερα θέατρα της ανατολικής Μεσογείου.

Κατά τα έτη 1972 και 1973 ομάδα Κυπρίων αρχαιολόγων ξεκίνησαν την ανασκαφή ενός αμφιθεάτρου το οποίο βρίσκεται μεταξύ του Θεάτρου και του Γυμνασίου. Η ανασκαφή αυτή διακόπηκε απότομα το καλοκαίρι του 1974 με την Τούρκικη εισβολή του νησιού και την κατάληψη της Σαλαμίνας από τις Τουρκικές στρατιωτικές δυνάμεις.

Επί δέκα έτη (1964 – 1974), Γάλλοι αρχαιολόγοι από το Πανεπιστήμιο της Λυών, εργάστηκαν σε συνεργασία με το Τμήμα Αρχαιοτήτων για να αποκαλύψουν τα αρχαιολογικά κατάλοιπα στη Σαλαμίνα. Εκτός από τα προαναφερθέντα αρχαιολογικά στοιχεία επίσης ανασκάφηκαν και τα εξής: ένα Αρχαϊκό ιερό, τα Ελληνο – Ρωμαϊκά κατάλοιπα ναού του Διός, το ελαιοτριβείο (πρωτοχριστιανικής περιόδου) και μια πρωτοχριστιανική βασιλική.

Στις ακαδημαϊκές δημοσιεύσεις της δεκαετίας του 1960 η Σαλαμίνα χαρακτηρίστηκε ως ένας από τους πιο σημαντικούς αρχαιολογικούς χώρους της Μεσογείου. Φοιτητές και αρχαιολόγοι από όλο τον κόσμο έχουν συμπεριλάβει ευρήματα από το χώρο αυτό στις διδακτορικές τους διατριβές και σε άρθρα. Τα ευρήματα από τη νεκρόπολη της Σαλαμίνας έχουν αποτελέσει το κύριο θέμα σεμιναρίων σε πολλά διεθνή πανεπιστήμια.

Το καλοκαίρι του 1974 όταν εισέβαλε στην Κύπρο ο Τουρκικός στρατός, κάθε αρχαιολογική έρευνα στο χώρο της Σαλαμίνας διακόπηκε. Τραγική συνέπεια της εισβολής υπήρξε η λεηλασία του υποστατικού ανασκαφής του Τμήματος Αρχαιοτήτων όπου φυλάγονταν έγγραφα και αρχαιολογικό υλικό. Η Γαλλική αρχαιολογική αποστολή επίσης δεν είχε πρόσβαση στο δικό της υποστατικό ανασκαφής όπου φυλάσσονταν τα έγγραφα, τα σχέδια, οι φωτογραφίες και τα ευρήματα από τις ανασκαφές στη Σαλαμίνα.

Οι παράνομη και καταστροφική δραστηριότητα των κατοχικών δυνάμεων δεν περιορίστηκε με την εισβολή του 1974. Το 1999, το πανεπιστήμιο της Άγκυρας, παραβιάζοντας τις διεθνείς συνθήκες και εισηγήσεις, οργάνωσε αρχαιολογικές έρευνες στη Σαλαμίνα υπό τη διεύθυνση του Καθ. Coskun Özguner. Ο Özguner διεξήγαγε μεγάλης κλίμακας ανασκαφές σε όλη την έκταση του αρχαιολογικού χώρου με τη μορφή δοκιμαστικών τομών. Ο Özguner ήθελε να βρει κάποιο σημείο στο οποίο θα αποκαλύπτονταν αμέσως εντυπωσιακά ευρήματα. Επικεντρώθηκε σε ένα κτίσμα Ρωμαϊκής περιόδου, πιθανόν μια έπαυλη (villa) με λουτρά, η οποία βρίσκεται στα δυτικά του Γυμνασίου

Πηγή: Τμήμα Αρχαιοτήτων Κύπρου

Σαλαμίνα - Κύπρος