7. Ευρωπαϊκή Ένωση


Στο μεταξύ, παρά τις αντιδράσεις της Τουρκίας, η Κύπρος είχε προχωρήσει στις προσπάθειές της να καταστεί πλήρες μέλος της ενωμένης Ευρώπης. Στις 4 Ιουλίου 1990 η Κυπριακή Κυβέρνηση υπέβαλε επίσημα αίτηση για πλήρη ένταξη της Κύπρου στην Κοινότητα. Η σχετική απόφαση της κυπριακής κυβέρνησης ελήφθη από το Υπουργικό Συμβούλιο, που άσκησε τις εξουσίες του με βάση το Άρθρο 54 του Συντάγματος. Την αίτηση υπέβαλε ο Υπουργός Εξωτερικών της Δημοκρατίας Γεώργιος Ιακώβου στην ιταλική προεδρία της ΕΟΚ, στη Ρώμη. Η αίτηση υπεβλήθη βάσει του Άρθρου 237 της Συνθήκης της Ρώμης (που μεταξύ άλλων προβλέπει ότι οποιοδήποτε ευρωπαϊκό κράτος μπορεί να υποβάλει αίτηση να καταστεί μέλος της Κοινότητας).

Στις 17 Σεπτεμβρίου 1990 το Συμβούλιο Υπουργών Εξωτερικών των 12 χωρών-μελών της ΕΟΚ αποφάσισε να παραπέμψει την αίτηση της Κύπρου στην Επιτροπή της Κοινότητας για μελέτη και γνωμοδότηση, σύμφωνα με τις πρόνοιες της Συνθήκης της Ρώμης. Η γνωμοδότηση θα γίνει για τις διάφορες πτυχές της κυπριακής υποψηφιότητας, δηλαδή την οικονομική (εμπόριο, βιομηχανία, αγροτική οικονομία), την πολιτική, την κοινωνική κ.ά. Μετά τη γνωμοδότηση της Επιτροπής και τη σύμφωνη γνώμη της Ευρωβουλής (νοουμένου, βέβαια, ότι θα αποφασίσει ομόφωνα και θετικά), το Συμβούλιο Υπουργών θα δώσει εντολές στην Επιτροπή για έναρξη διαπραγματεύσεων με την κυπριακή κυβέρνηση.

Πάντως η ΕΟΚ έχει ήδη αποφασίσει να μη δεχθεί νέα μέλη πριν από το 1993.

Την υποβολή της αίτησης για ένταξη της Κύπρου στην ΕΟΚ υποστηρίζουν όλα τα κυπριακά κόμματα πλην του ΑΚΕΛ, δηλαδή ο Δημοκρατικός Συναγερμός, το Δημοκρατικό Κόμμα, το Σοσιαλιστικό Κόμμα ΕΔΕΚ, το ΑΔΗΣΟΚ και το Κόμμα των Φιλελευθέρων.

Η αντίθεση της τουρκικής πλευράς στην κυπριακή αίτηση υπήρξε και εξακολουθεί να είναι έντονη. Η Τουρκία (που και η ίδια έχει υποβάλει αίτηση για ένταξη στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα) θεωρεί ότι η αίτηση εκπροσωπεί μόνο την ελληνική κυπριακή πλευρά.

Στο γενικότερο πλαίσιο των σχέσεων της Κύπρου με την ΕΟΚ πρέπει να αναφερθεί και η σημαντική απόφαση που ελήφθη στη σύνοδο κορυφής της Κοινότητας στο Δουβλίνο, στις 26.6.1990, και συνδέει για πρώτη φορά επίσημα το Κυπριακό πρόβλημα με τις σχέσεις Τουρκίας-ΕΟΚ. Το κείμενο της απόφασης είναι το ακόλουθο:

"Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο συζήτησε το Κυπριακό πρόβλημα υπό το πρίσμα του αδιεξόδου στο διακοινοτικό διάλογο. Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, ανησυχώντας βαθιά για την κατάσταση, επαναβεβαιώνει πλήρως τις προηγούμενες διακηρύξεις του και την υποστήριξή του προς την ενότητα, ανεξαρτησία, κυριαρχία και εδαφική ακεραιότητα της Κύπρου, σύμφωνα με τα σχετικά ψηφίσματα των Ηνωμένων Εθνών. Επαναλαμβάνοντας ότι το Κυπριακό πρόβλημα επηρεάζει τις σχέσεις ΕΟΚ-Τουρκίας, και έχοντας υπ' όψιν τη σημασία των σχέσεων αυτών, υπογραμμίζει την ανάγκη για εξάλειψη των εμποδίων που παρεμποδίζουν την επιδίωξη αποτελεσματικών διακοινοτικών συνομιλιών με σκοπό την εξεύρεση δίκαιης και βιώσιμης λύσης του Κυπριακού, στη βάση της αποστολής καλών υπηρεσιών του γενικού γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών, όπως επαναβεβαιώθηκε πρόσφατα με την απόφαση 649/90 του Συμβουλίου Ασφαλείας".

Τόσο στην προώθηση του θέματος της αίτησης της Κύπρου για ένταξη στην ΕΟΚ, όσο και στην υιοθέτηση της πολιτικής θέσης της Κοινότητας στο Κυπριακό, ενεργός υπήρξε η συμβολή της Ελληνικής Κυβέρνησης.