8. Ημέρα της Ανεξαρτησίας

Η 1η Οκτωβρίου έχει καθιερωθεί ως η ημέρα που γιορτάζεται η Ανεξαρτησία της Κύπρου.

Η Κυπριακή Δημοκρατία ήταν το αποτέλεσμα των Συμφωνιών της Ζυρίχης, (11 Φεβρουαρίου 1959) που υπογράφθηκαν από τον Έλληνα πρωθυπουργό Κωνσταντίνο Καραμανλή και τον Τούρκο ομόλογο του Αντνάν Μεντερές και του Λονδίνου (19 Φεβρουαρίου 1959), που υπογράφθηκαν από τους πρωθυπουργούς και υπουργούς εξωτερικών Ελλάδας, Τουρκίας και Βρετανίας, τον εκπρόσωπο της ελληνοκυπριακής κοινότητας αρχιεπίσκοπο Μακάριο και τον εκπρόσωπο της τουρκοκυπριακής κοινότητας Φαζίλ Κιουτσούκ.

Η διαχρονική άρνηση των Βρετανών αποικιοκρατών να παραχωρήσουν αυτοδιάθεση στους Κυπρίους και η αποτυχία των διπλωματικών προσπαθειών από την ηγεσία της ελληνοκυπριακής κοινότητας οδήγησε στην δημιουργία της ΕΟΚΑ (Εθνική Οργάνωση Κυπρίων Αγωνιστών), η οποία ιδρύθηκε στην Αθήνα στις 7 Μαρτίου 1953. Πολιτικός αρχηγός της ΕΟΚΑ ήταν ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος και στρατιωτικός αρχηγός ο αντισυνταγματάρχης του Ελληνικού Στρατού Γεώργιος Γρίβας, από το Τρίκωμο της Αμμοχώστου. Ο Γρίβας πήρε το ψευδώνυμο «Διγενής».

Παρά την σύλληψη από τους Βρετανούς του πλοιαρίου «Άγιος Γεώργιος» και του πληρώματος του, στις 25 Ιανουαρίου 1955, το οποίο μετέφερε στη Κύπρο οπλισμό, και παρά τις πρώτες πληροφορίες που συνέλεξαν οι αποικιοκράτες για την προπαρασκευή του ένοπλου αγώνα, η ΕΟΚΑ ξεκίνησε την ένοπλη δράση της την 1η Απριλίου 1955 με την τοποθέτηση βομβών σε πολλά κυβερνητικά κτίρια. Αρχικός στόχος της ΕΟΚΑ ήταν η διεξαγωγή μικρής κλίμακας στρατιωτικών επιχειρήσεων, κυρίως δολιοφθορών, με στόχο την δημιουργία θορύβου στο διεθνές σκηνικό που θα έστρεφε στην Κύπρο τα διεθνή βλέμματα. Όμως τα τρομοκρατικά κατασταλτικά μέτρα των Βρετανών είχαν ως φυσική συνέπεια την κλιμάκωση του αγώνα και την όλο και μεγαλύτερη μαζική αντίσταση του πληθυσμού.

Η Βρετανία για να αντισταθμίσει την πίεση των Ελληνοκυπρίων συνεργάστηκε με την Τουρκία, και αμφότερες χρησιμοποίησαν την τουρκοκυπριακή μειονότητα. Στόχος Βρετανίας και Τουρκίας ήταν να μετατρέψουν το διεθνές αποικιοκρατικό ζήτημα σε εσωτερικό δικοινοτικό πρόβλημα, με το αιτιολογικό ότι οι Τουρκοκύπριοι δεν επιθυμούσαν την Ένωση.

Πρώτο βήμα αυτής της πολιτικής ήταν η σύγκληση της τριμερούς διάσκεψης του Λονδίνου (29 Αυγούστου 1955) ανάμεσα στους υπουργούς εξωτερικών Βρετανίας, Ελλάδας και Τουρκίας. Το χάσμα Ελλάδας και Τουρκίας ήταν τεράστιο και η διάσκεψη απέτυχε παταγωδώς, αλλά η κυριότερη συνέπεια της ήταν η αναγνώριση πως η Τουρκία είχε δικαιώματα στην Κύπρο, 32 χρόνια μετά την συνθήκη της Λοζάνης και την ρητή αναγνώριση της Τουρκίας πως δεν είχε κανένα δικαίωμα στο νησί. Από τη στιγμή εκείνη η μεν Τουρκία επιβαλλόταν ως ισότιμος συνομιλητής στο Κυπριακό, το δε Λονδίνο φαινόταν να αναλαμβάνει ρόλο επιδιαιτητή σε μια διαφορά ανάμεσα στην Ελλάδα και την Τουρκία.

Στην Κύπρο οι Τουρκοκύπριοι ενέτειναν την αντίδραση τους και το αίτημα τους για διχοτόμηση (Taksim, Διαίρεση), ιδρύοντας την οργάνωση VOLKAN (Ηφαίστειο) που αργότερα μετονομάστηκε σε TMT (Türk Mukavemet Teşkilatı, Τουρκική Αντιστασιακή Οργάνωση). Ιδρυτές της οργάνωσης ήταν ο Μουσταφά Κεμάλ Τανρίβερντι, διπλωμάτης στο τουρκικό προξενείο Λευκωσίας, ο γιατρός Μπουρχάν Ναλμπάντογλου και ο Ραούφ Ντενκτάς. Στόχος της ΤΜΤ ήταν να διατηρηθεί το status quo, κι αν αυτό δεν ήταν δυνατό, αποτροπή της Ένωσης με κάθε τρόπο και διχοτόμηση της Κύπρου. Η ΤΜΤ ξεκίνησε ένα κύμα βίας μεταξύ των σύνοικων κοινοτήτων, επέβαλε μποϊκοτάζ στα ελληνικά προϊόντα, εμπόδιζε τις επαφές Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων και δολοφονούσε Τουρκοκύπριους συνδικαλιστές της ΠΕΟ.

Στις 7 Ιουνίου 1958 εξερράγη βόμβα έξω από τουρκικό γραφείο τύπου στη Λευκωσία. Η βόμβα είχε τοποθετηθεί από την ΤΜΤ, γεγονός που ο Ντενκτάς ομολόγησε επανειλημμένα αργότερα, και ήταν προβοκάτσια για να εξαγριωθούν οι Τουρκοκύπριοι, πράγμα που συνέβη. Η επίθεση των Τουρκοκύπριων σε μαζική κλίμακα στις ελληνικές συνοικίες και χωριά, οδήγησε σε αντίδραση των Ελληνοκυπρίων με αποτέλεσμα όλο το νησί να βυθιστεί σε έναν κύκλο αίματος και βίας.

Εκμεταλλευόμενοι την κατάσταση που υπέθαλψαν, οι Βρετανοί ανακοίνωσαν στις 16 Ιουνίου 1958 το σχέδιο του Βρετανού πρωθυπουργού Μακμίλαν το οποίο απέκλειε την αυτοδιάθεση, επέβαλλε την διχοτόμηση (με το αιτιολογικό ότι ήταν λύση ανάγκης για τερματισμό των δικοινοτικών ταραχών), και δημιουργούσε έναν συνεταιρισμό Βρετανίας, Ελλάδας και Τουρκίας στο νησί, το οποίο θα είχε δύο κοινοβούλια και διπλές υπηκοότητες. Παρά την άρνηση της Ελληνοκυπριακής πλευράς και της Ελλάδας στο σχέδιο, οι Βρετανοί και οι Τούρκοι εκβίαζαν να το εφαρμόσουν μονομερώς. Οι τελευταίοι προγραμμάτιζαν την αποστολή στρατιωτικών δυνάμεων στο νησί για να «αποκαταστήσουν την τάξη».

Μπροστά στα δραματικά γεγονότα ο Μακάριος έκανε τον συμβιβασμό. Σε δήλωση που έκανε στην Αθήνα στις 16 Σεπτεμβρίου 1958 (από τις 17 Απριλίου 1957 είχε γυρίσει από την εξορία του στις Σεϊχέλες με τον όρο να μην γυρίσει στην Κύπρο) στην Αγγλίδα δημοσιογράφο και βουλευτή Μπάρμπαρα Καστλ, αποδέχτηκε τη λύση ανεξαρτησίας της Κύπρου, με τον όρο πως μια μεταβολή, Ένωσης ή διχοτόμησης, θα είναι εγγυημένη από τα Ηνωμένα Έθνη. Αυτή η μεταβολή εξέπληξε όλους, και άνοιξε ουσιαστικά τον δρόμο για ελληνοτουρκικές συνομιλίες.

Τα γεγονότα εκτυλίχθηκαν με ταχύτητα. Στις 18 Δεκεμβρίου 1958 έγινε στο Παρίσι σύνοδος του ΝΑΤΟ στη διάρκεια της οποίας η Βρετανία, η Ελλάδα και η Τουρκία συζήτησαν λύση Ανεξαρτησίας, που ν’ αποκλείει την Ένωση και την Διχοτόμηση. Οι διαπραγματεύσεις συνεχίστηκαν άμεσα και για τα βασικά σημεία τους είχε ενημερωθεί ο Μακάριος, χωρίς να επιτραπεί, όμως, η συμμετοχή των Ελληνοκυπρίων σ’ αυτές. Η τελική συμφωνία Ελλάδας – Τουρκίας υπογράφτηκε στη Ζυρίχη από τους πρωθυπουργούς της Ελλάδας και Τουρκίας, Καραμανλή και Μεντερές, στις 11 Φεβρουαρίου 1959.

Τέσσερα ήταν τα κείμενα της Συμφωνίας που υπέγραψαν ο Καραμανλής και ο Μεντερές:

  • Βασικά διάρθρωση της Δημοκρατίας της Κύπρου. Ήταν 27 άρθρα και αποτελούσαν τις θεμελιώδεις διατάξεις του Συντάγματος οι οποίες μπορούσαν να αναθεωρηθούν μόνο με την σύμφωνη γνώμη Βρετανίας, Ελλάδας, Τουρκίας. Αυτές οι θεμελιώδεις διατάξεις αναγνώρισαν την μουσουλμανική μειονότητα ως τουρκική και έθεταν μηχανισμούς και ισορροπίες για την προστασία της, με την προϋπόθεση ότι δεν θα γίνονταν καταχρηστικά, γιατί αλλιώς θα παρέλυε το νέο κράτος.
  • Συνθήκη Εγγύησης μεταξύ Ελλάδας, Τουρκίας, Μεγάλης Βρετανίας και της Κυπριακής Δημοκρατίας. Οι τρεις πρώτες χώρες ονομάστηκαν «Εγγυήτριες Δυνάμεις» με υποχρέωση να αποτρέψουν οποιαδήποτε ενέργεια που αποσκοπούσε «άμεσα ή έμμεσα είτε στην Ένωση είτε στη Διχοτόμηση της νήσου». Οι τρεις εγγυούνταν την ανεξαρτησία και την ασφάλεια της Κύπρου. Σε περίπτωση παραβίασης της συνθήκης οι τρεις χώρες έπρεπε να προβούν σε διαβούλευση, αλλά, αν η «κοινή ή συνδυασμένη δράση αποδεικνυόταν αδύνατη», κάθε εγγυήτρια δύναμη είχε το δικαίωμα να επέμβει μόνη της με σκοπό την αποκατάσταση της τάξης που επέβαλε η συνθήκη. Αυτό το άρθρο εκμεταλλεύτηκε η Τουρκία το 1974 για να δικαιολογήσει νομικά την τουρκική εισβολή.
  • Συνθήκη Συμμαχίας μεταξύ της Κύπρου, της Ελλάδας και της Τουρκίας, σύμφωνα με την οποία την προστασία του νέου κράτους θα αναλάμβανε ένα σώμα 950 Ελλήνων στρατιωτών (Ελληνική Δύναμη Κύπρου, ΕΛΔΥΚ) και ένα σώμα 650 Τούρκων στρατιωτών (Τουρκική Δύναμη Κύπρου, ΤΟΥΡΔΥΚ).
  • Μυστική συμφωνία κυρίων μεταξύ Καραμανλή και Μεντερές για την παρεμπόδιση της ανάπτυξης του κομμουνισμού στην Κύπρο.

Οι Βρετανοί ήταν ενήμεροι για τις εξελίξεις και ήθελαν να προστεθεί ακόμα ένας όρος στη συμφωνία, η διατήρηση των Βρετανικών στρατιωτικών βάσεων στο νησί (Ακρωτήρι και Δεκέλεια) και η εγγύηση για την λειτουργία τους.

Ο Μακάριος ενημερώθηκε από τον Καραμανλή για την συμφωνία και αποδέχτηκε να μεταβεί στο Λονδίνο, μαζί με πολυμελή αντιπροσωπεία της ελληνοκυπριακής κοινότητας (δημάρχους, πολιτευτές, νομικούς, συνδικαλιστές, ιερωμένους, μέλη του Γραφείου Εργασίας, οικονομικούς παράγοντες) και από την Δεξιά και από την Αριστερά. Στο Lancaster House του Λονδίνου έφτασαν, στις 16 Φεβρουαρίου 1959, οι 3 πρωθυπουργοί Βρετανίας, Ελλάδας, Τουρκίας (Μακμίλαν, Καραμανλής, Μεντερές) και αντιπροσωπείες των δύο κοινοτήτων του νησιού, με επικεφαλής τον Μακάριο και τον Φαζίλ Κουτσιούκ. Όλες οι πλευρές, πλην των Ελληνοκύπριων, είχαν συναινέσει στις συμφωνίες της Ζυρίχης και σκόπευαν την επικύρωση τους στο Λονδίνο. Παρά την πρόθεση του Μακάριου να διαπραγματευτεί τα συμφωνηθέντα, κανένα μέρος δεν αποδέχθηκε οποιαδήποτε συζήτηση και τέθηκε στην ελληνοκυπριακή πλευρά η τελεσιγραφική αποδοχή ή απόρριψη εντός 12 ωρών. Η πλειοψηφία της ελληνοκυπριακής αποστολής, πλην επτά αντιπροσώπων (οι πέντε του ΑΚΕΛ, ο Τάσσος Παπαδόπουλος και ο Βάσος Λυσσαρίδης), αποδέχτηκε τις συμφωνίες και ο Μακάριος, παρά την απογοήτευση και τις αμφιβολίες του, έδωσε την συγκατάθεση του.

Στις 22 Φεβρουαρίου άνοιξαν τα στρατόπεδα συγκέντρωσης και απελευθερώθηκαν οι κρατούμενοι, και την 1η Μαρτίου του 1959 ο Μακάριος επέστρεψε στην Κύπρο, όπου στη παλλαϊκή υποδοχή που του επιφυλάχθηκε (200.000 λαού) παρουσίασε τις συμφωνίες ως θρίαμβο του αγώνα. Εκείνη τη μέρα ξεκίνησε η μεταβατική περίοδος από την αποικιοκρατία στην εγκαθίδρυση της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Το Σύνταγμα αρνιόταν την Δημοκρατική Αρχή της Λαϊκής Κυριαρχίας, αφού οι εξουσίες δεν απέρρεαν από τον λαό, αλλά από τις δύο κοινότητες. Οι συμφωνίες καθιέρωναν ένα συνεταιρισμό Ελλήνων και Τούρκων στη διοίκηση δυσανάλογο προς την πληθυσμιακή τους αναλογία. Αυτή ήταν 82% Έλληνες και 18% Τούρκοι. Παρ’ όλα αυτά οι Τούρκοι κέρδισαν το 30% στη Βουλή, το υπουργικό συμβούλιο και την δημόσια υπηρεσία και το 40% στον στρατό και την αστυνομία. Ο Έλληνας πρόεδρος και ο Τούρκος αντιπρόεδρος είχαν δικαίωμα veto για πολιτικά, οικονομικά και αμυντικά ζητήματα. Προνοούσαν ακόμη οι Συμφωνίες διαχωρισμό των δημαρχείων στις κυριότερες πόλεις και χωριστή ψηφοφορία και πλειοψηφία των βουλευτών κάθε κοινότητας στην Βουλή για τη ψήφιση του κρατικού προϋπολογισμού. Δημιουργήθηκαν επίσης δύο Κοινοτικές συνελεύσεις, μια Ελληνική και μια Τουρκική, που η καθεμιά είχε ευθύνη για τα θρησκευτικά, εκπαιδευτικά και πολιτιστικά θέματα της Κοινότητας τους (γι’ αυτό το λόγο δεν υπήρχε Υπουργείο Παιδείας). Το Σύνταγμα προνοούσε ρύθμιση του θέματος των χωριστών δημαρχείων από τις δύο Κοινοτικές συνελεύσεις.

Οι πρώτες εκλογές προέδρου και αντιπροέδρου έγιναν στις 13 Δεκεμβρίου 1959. Οι Τουρκοκύπριοι εξέλεξαν τον Φαζίλ Κιουτσούκ ως αντιπρόεδρο, χωρίς ανθυποψήφιο, και οι Ελληνοκύπριοι εξέλεξαν ως πρόεδρο τον αρχιεπίσκοπο Μακάριο με 67% (144.504 ψήφοι). Ανθυποψήφιος του ήταν ο γηραιός πολιτευτής Ιωάννης Κληρίδης, πατέρας του Γλαύκου, υποστηριζόμενος από το δεξιό κόμμα του Θεμιστοκλή Δέρβη «Δημοκρατική Ένωσις» και το ΑΚΕΛ, που ήταν σφοδρά αντιτιθέμενο με τις συνθήκες Ζυρίχης – Λονδίνου. Στις 31 Ιουλίου 1960 έγιναν και οι πρώτες βουλευτικές εκλογές, με πλειοψηφικό σύστημα. Αναλογούσαν 35 έδρες στους Ελληνοκύπριους και 15 στους Τουρκοκύπριους. Το Πατριωτικό Μέτωπο του Γλαύκου Κληρίδη πήρε 30 έδρες και το ΑΚΕΛ 5. Η Τουρκοκυπριακή Εθνική Ένωση του Φαζίλ Κουτσιούκ πήρε και τις 15 τουρκοκυπριακές έδρες.

Η Κύπρος έπαψε να είναι βρετανική αποικία και έγινε ανεξάρτητη Δημοκρατία τα μεσάνυχτα της 15ης προς 16η Αυγούστου του 1960. Στις 16 Αυγούστου, ο τελευταίος βρετανός κυβερνήτης Σερ Χιού Φούτ παρέδωσε την εξουσία σε επίσημη τελετή στη Βουλή των Αντιπροσώπων στον πρώτο πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας Αρχιεπίσκοπο Μακάριο και στον πρώτο Αντιπρόεδρο Φαζίλ Κιουτσούκ. Όμως το δοτό Σύνταγμα που επιβλήθηκε εκβιαστικά, χωρίς να ερωτηθούν οι άμεσα ενδιαφερόμενοι Κύπριοι, οι υπερεξουσίες που δόθηκαν στην τουρκοκυπριακή κοινότητα, και η πίστη πως η Κυπριακή Δημοκρατία δεν ήταν παρά ένας ενδιάμεσος σταθμός, οδήγησαν το 1963 στις διακοινοτικές ταραχές και την κατάρρευση των συμφωνιών Ζυρίχης Λονδίνου.

Βιβλιογραφία

  • Άντρος Παυλίδης, Ιστορία της Νήσου Κύπρου - Τόμος Δ’ - Από το 1571 ως το 1964, Φιλόκυπρος, Λευκωσία 1993
  • Ιστορία της Κύπρου, Τόμος Γ’ – Αγγλοκρατία (1878-1959), Οδύσσεια, 2010
  • Ιστορία της Κύπρου, Μεσαιωνική – Νεότερη, Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού – Διεύθυνση Μέσης Εκπαίδευσης, Υπηρεσία Ανάπτυξης Προγραμμάτων, Λευκωσία 2003
Πηγή:http://www.imconstantias.org.cy/1735.html