Αροδαφνούσα

Η Αροδαφνούσα είναι ένα από τα πολυτραγουδησμένα δημοτικά τραγούδια το οποίο διασώθηκε μέχρι τις μέρες μας από στόμα σε στόμα. Το τραγούδι πραγματεύεται το θέμα "έρωτας-θάνατος" και μπορεί να λεχθεί ότι διατηρεί στοιχεία αρχαίας ελληνικής τραγωδίας.

Ο ανώνυμος ποιητής εμπνεύστηκε το τραγούδι αυτό από τις ερωτικές ιστορίες του βασιλιά της Κύπρου Πέτρου Α΄, ο οποίος βασίλευσε επί Φραγκοκρατίας κατά την περίοδο 1359-1369μ.Χ. και τη ζηλοτυπία της βασίλισσας Ελεονόρας. Με την κατάληψη της Κύπρου οι Φράγκοι έφεραν στο νησί τα δικά τους ήθη και έθιμα. Οι Κύπριοι γνώρισαν έναν εντελώς πρωτόγνωρο για τα κυπριακά δεδομένα τρόπο ζωής. Τη ζωή των ευγενών, των πριγκίπων και των βασιλιάδων. `Ηταν επόμενο όλα αυτά να εντυπωσιάσουν τον κυπριακό λαό, ο οποίος μέσα από τους λαϊκούς ποιητές, τους γνωστούς ποιητάρηδες τραγούδησε τα πάθη και τους έρωτες των Φράγκων ευγενών. `Ενα από τα ποιήματα αυτά, πολύ αντιπροσωπευτικό για τη ζωή της βασιλικής αυλής, είναι και η Αροδαφνούσα.

ΓΛΩΣΣΙΚΑ - ΠΡΑΓΜΑΤΟΛΟΓΙΚΑ

Το ποίημα είναι γραμμένο σε ιαμβικό δεκαπεντασύλλαβο. Το μέτρο τούτο προσδίδει στο ποίημα μιαν ιδιαίτερη χάρη τόσο στην ευφωνία όσο και στη μελοποίηση. Ακόμη η ομοιοκαταληξία που χρησιμοποιεί ο λαϊκός ποιητής, συνταιριασμένη με τις σωστές στην κάθε περίπτωση λέξεις της κυπριακής διαλέκτου, κάνει το ποίημα ιδιαίτερα ελκυστικό.

Γλωσσάριο:

ξαννοίει = (μεταφ.) βολιδοσκοπεί

ρήαινα = Ρήγαινα (γυναίκα του βασιλιά - ρήγα)

δκιαλοΐζεται = συλλογίζεται

κόγκλους = κόμβους

εψιντροκανακίστην = ψιλοχαϊδεύτηκε

πολοάται = αποκρίνεται

εσπαγιάστηκα = αποθαυμάστηκα

συντύχω = μιλήσω

Αφρίτης = Ευφράτης ποταμός

μουλλώστε = σιωπάτε

αρκωμένον = αγριεμένο

φτερνιστιρκά = σπιρουνιά

ΔΟΜΗ

Το ποίημα χωρίζεται στις πιο κάτω τέσσερις ενότητες:

Η πρώτη ενότητα μας τοποθετεί στο χώρο και στο χρόνο που διαδραματίζονται τα γεγονότα. Πρόκειται για την ερωτική ιστορία του βασιλιά με την Αροδαφνούσα. Η τελευταία είναι η ομορφότερη και η μικρότερη από τρεις αδελφές. Η περίοδος των γεγονότων είναι η εποχή της Φραγκοκρατίας και ο βασιλιάς δεν είναι άλλος από τον Πέτρο Α΄ ο οποίος βασίλευσε μεταξύ 1359-1369μ.Χ.

Στη δεύτερη ενότητα, η γυναίκα του βασιλιά, η Ρήγαινα, μαθαίνει τον κρυφό έρωτα του άντρα της και στέλνει αγγελιαφόρους να προσκαλέσουν την Αροδαφνούσα στον πύργο της. Η Αροδαφνούσα ντύνεται και στολίζεται και ξεκινά για το παλάτι.

Η τρίτη ενότητα αναφέρεται στη συνάντηση της Αροδαφνούσας με τη Ρήγαινα. Η τελευταία χωρίς περιστροφές αποκαλύπτει στην Αροδαφνούσα ότι γνωρίζει το δεσμό της με το Ρήγα και ότι θα πληρώσει με τη ζωή της. Θα τη ρίξει σε πυρακτωμένο φούρνο. Η Αροδαφνούσα φωνάζει το βασιλιά σε βοήθεια.

Στην τέταρτη και τελευταία ενότητα ο Ρήγας παρόλο που βρίσκεται μακριά ακούει την παράκληση της Αροδαφνούσας και σπεύδει προς βοήθεια της. Φθάνει όμως αργά. Οργισμένος φωνάζει στη Ρήγαινα πως θα πληρώσει με τον ίδιο τρόπο.

ΑΝΑΛΥΣΗ - ΕΡΜΗΝΕΙΑ

Στην πάνω γειτονιά ζουν τρεις αδελφές, η Αδωρού, Αδωρούσα και η μικρότερη Ροδαφνούσα η οποία γεννήθηκε την εποχή της `Ανοιξης. Τη Ροδαφνούσα αγάπησε ο βασιλιάς, ο Ρήγας. Αυτό το μαθαίνει η Ρήγαινα, η Ελεονόρα και στέλνει με τις σκλάβες της μήνυμα στη Ροδαφνούσα και την προσκαλεί στο παλάτι. Η τελευταία απορεί για την πρόσκληση και διερωτάται τι τάχα να τη θέλει η βασίλισσα, αν είναι για δουλειές του σπιτιού, ζύμωμα ή μαγείρεμα ή αν είναι για χορό.

Στο τέλος η Αροδαφνούσα ντύνεται και στολίζεται με τα ωραιότερα της ρούχα και φθάνει στον πύργο της Ρήγαινας. Ανέβηκε τα σκαλιά με χάρη αλλά και διστακτικότητα. Χαιρετά τη βασίλισσα με σεβασμό και μάλιστα την αποκαλεί "άσπρη περιστέρα". Η Ρήγαινα με κακία της λέγει πως αποθαυμάστηκε κι έχασε τα λόγια της μόλις την είδε, πώς να μην ξελόγιαζε το Ρήγα. Και χωρίς περιστροφές της λέγει πως θα τη θανατώσει ρίχνοντας την μέσα σε αναμμένο φούρνο. Η Αροδαφνούσα της ζητά λίγο χρόνο όσο να φωνάξει και να έρθει ο Ρήγας να τη σώσει. Η Ρήγαινα της αποκρίνεται πως ο βασιλιάς λείπει μακριά και όσο και να φωνάξει δεν πρόκειται να τη σώσει.

`Ομως ο Ρήγας παρόλο που βρίσκεται σε φαγοπότι κάπου μακριά, ακούει και αναγνωρίζει τη φωνή της Αροδαφνούσας. Προστάζει να του ετοιμάσουν το άλογο του. Καβαλικεύει και το σπιρουνιάζει άγρια. Το άλογο καταλαβαίνει τη βιασύνη του αφεντικού του και κυριολεκτικά πετά. Φθάνει στον πύργο και ζητά της Ρήγαινας να του ανοίξει. Αυτή του λέγει να περιμένει για λίγο, για μια ώρα. Ο Ρήγας, ανοίγει την πόρτα με μια κλωτσιά και μόλις που προφθάνει τα μαλλιά της Αροδαφνούσας. Τότε γεμάτος θυμό και οργή απειλεί τη Ρήγαινα πως θα σβήσει με το σώμα της τη φωτιά που άναψε και της ζητά ν' αποχαιρετήσει τον πύργο της.

ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΙΔΕΑ

Το ποίημα αναφέρεται σε μιαν εποχή κατά την οποία οι Κύπριοι πρωτογνωρίζουν ένα καινούριο κι αλλιώτικο τρόπο ζωής, αυτόν που έφεραν μαζί τους οι Φράγκοι κατακτητές. Οι βασιλείς ζουν στον πύργο τους περιστοιχιζόμενοι από τους ευγενείς. Είναι φυσικό στη μικρή και κλειστή κοινωνία του τόπου ν' αναπτύσσονταν ερωτικές ιστορίες μεταξύ των αρχόντων, ευγενών και βασιλιάδων. Μια τέτοια ερωτική ιστορία συγκίνησε με την πλοκή και την κατάληξη της το λαϊκό ποιητή ο οποίος τραγούδησε τα γεγονότα με πολλή γλαφυρότητα αλλά και φαντασία.

Η ερωτική αυτή ιστορία είναι σίγουρα μια από τις πολλές που διαδραματίστηκαν την εποχή εκείνη και έγιναν γνωστές στο ευρύ κοινό, ακόμα και στον υπόδουλο `Ελληνα ο οποίος μόνο από μακριά μπορούσε να γίνει γνώστης όλων αυτών των γεγονότων.

Μπορούμε να πούμε ότι η "Αροδαφνούσα" είναι αντιπροσωπευτική του είδους της ζωής, της ερωτικής ζωής επί Φραγκοκρατίας. Μέσα από αυτή γνωρίζουμε τους μυστικούς έρωτες των Ρηγάδων, τα πάθη και τα μίση που κυριαρχούσαν καθώς και την απολυταρχικότητα με την οποία κυβερνούσαν αφού είχαν απόλυτη εξουσία πάνω στη ζωή των άλλων.

Στίχοι

Κάπου στραφτεί κάπου βροντά,

κάπου χαλάζιν ρίβκει,

κάπου Θεός εθέλησεν μιαν χώραν ν’ αναύρη.

Μήτε στραφτεί μήτε βροντά,

μήτε χαλάζιν ρίβκει,

μήτε Θεός εθέλησεν μιαν χώραν ν’ αναύρη,

μονόντας εν η ρήαινα τες σκλάβες της τζιαί δέρνει,

τζιαί δέρνει τζιαί σκοτώνει τες,

για να της μολοήσουν,

πκοιάν αγαπά ο ρήας της τζιαί πκοιάν εν π’ αγκαλίζει.

Τζιαί πκοιάν βαλεί στ’ αγκάλια του την νύκταν τζιαί τζοιμίζει.

Τζιαί πολοάται η σκλάβα της, της ρήαινας τζιαί λέει:

- Αν σου το πω τζυράκκα μου, έσσιεις με σκοτωμένην,

τζ’ αν σου το φήκω στο κρυφόν, είμαι θανατισμένη.

Τζιαί πολοάται η ρήαινα της σκλάβας της τζιαί λέει:

- Μα το σπαθίν που ζώννουμαι, που πα ομπρός τζιαί πίσω,

τζείνον να ένει ο χάρος μου, σκλάβα μου αν σου τζίσω.

Τζιαί πολοάται η σκλάβα της, της ρήαινας τζιαί λέει:

- Πάνω στην πάνω γειτονιάν έσσιει τρεις αερφάες,

την μιαν λαλούν την η Ροδού, την άλλην Αδορούσαν

η τρίτη η καλλύττερη εν η Αροδαφνούσα,

τον μήναν που γεννήθητζεν ούλλα τα δέντρ’ ανθθούσαν,

εππέφταν τ' άνθθη πάνω της τζιαί μυρωδκιοκοπούσαν.

Ροδόστεμμαν εν η Ροδού, γλυκόν εν η Αδορούσα,

μα το φιλίν του βασιλιά εν γιά την Αροδαφνούσαν.

Τζείνην εν π’ αγαπά ο αφέντης μου, τζείνην εν π’ αγκαλίζει

τζείνην βάλει στ’ αγκάλια του, την νύκταν τζιαί πλαγίζει,

που το μάθεν ο Βασιλιάς τζεί πάει τζιαί κονεύκει.

Που το μάθεν η ρήαινα, αρκώθην τζιαί θυμώθην,

Κάθεται γράφ’ έναν χαρτίν, γλήορις το βουλλώνει

τζιαί δια το της, της σκλάβας της, στ’ Αροδαφνούν να πάρει

χαπάρκα τζιαί μυνύνατα πεμπεί της για να πάει.

Τζ’ έπηρεν ούλλον το στρατίν, ούλλον το μονοπάτιν,

το μονοπάτιν βκάλλει την στ’ Αροδαφνούς τα σπίδκια,

τζιαί πολοάται η σκλάβα της Αροδαφνούς τζιαί λέει:

- Άνου να πας Αροδαφνού, τζ’ ωσγοιάν αν θέλεις πάμεν

Άνου να πάμεν Ροδαφνού τζ’ η ρήαινα σε θέλει

- Τζιαί μέναν σκλάβα η ρήαινα που μέ’ δεν, που με ξέρει!

Ίντα με θέλει ρήαινα, ίντα’ν το μήνιμαν της;

τζιαί αν με θέλει για χορόν, να πκιάσω τα μαντήλια,

αν ένι για το γέμωσμα, να πκιάσω τα λαήνια,

αν ένι για το ζύμωμαν, να πάρω τες σανίες,

τζ’ αν ένι για μαείρεμαν, να πάρω τες κουτάλες.

Τζιαί πολοάται η σκλάβα της Αροδαφνούς τζιαί λέει:

- Άνου να πάμε Ροδαφνού, τζ’ ότι αν θέλης πκιάσε.

Τζ’ επκιάσεν τ’ ανικτάριν της, τζιαί στο σεντούτζιν πάει,

τζ’ έβκαλεν τα παλλιά ρούχα, φόρησεν τα καλά της

π’ αππέσσω βάλλει πλουμιστά, π’ αππέξω γρουσαφένα,

τέλεια που πάνω έβαλεν τα μαρκαριταρένα,

καζακκάν ολόγρουσον φορεί, γρουσόν μαλαματένον,

ποδά κομμάτιν λασμαρίν, να μεν την πκιάνει ο ήλιος,

ποζιεί γρουσόν μήλον κρατεί, τζιαι παίζει το τζιαί πάει.

Τζιαί βάλλει βάγιες που τ’ ομπρός, τζιαί βάγιες που τα πίσω,

τζιαί βάγιες που τα δκυο πλευρά τζιαί πέρνουν την τζιαί πάει,

τζ’ επολοήθην τζ’ είπεν τους, των βάγιων της, τζιαί λέει:

- Έλατε, βάγιες μου καλές στης ρήαινας να πάμεν,

γιατί εν ενί θέλημαν θεού,

πόψε εις την εκκλησσιάν αντίερον να φάμεν.

Επήραν ούλλον το στρατίν, ούλλον το μονοπάτιν,

το μονοπάτιν βκάλει τες στης ρήαινας τον πύρκον.

Εβκέην έναν το σκαλίν, τζιαί σούστην τζ’ ελυίστην,

εβκέην τζ’ άλλον το σκαλίν τζ’ ενιφτοκανατζίστην,

τέλεια στο πάνω το σκάλιν τζ’ η ρήαινα την νώθη,

φωνάζει τζιαί της σκλάβας της, τσαέραν γιά να φέρη.

Που την θωρεί η ρήαινα έμεινεν σπαγιασμένη:

- Είδα την τζιαί σπαγιάστηκα, τζ’ άντρας μου πως να μείνει!

- Τζ’ ώρα καλή σου ρήαινα.

- Καλός την πέρτικαν μου!

Καλός ήρτες Αροδαφνού, να φας να πκιής μετά μας

- Εγιώ εν ήρτα ρήαινα, να φα να ξεφαντώσω,

παρά βουλήν μου έπεψες τζιαί ήρτεν να με πάρη.

Ρωτά την τζιαί ξαννοίει την πκιάν αγαπά ο ρήας.

- Εγιώ τζυρά μου ρήαινα, χαπάριν εν το έχω.

Τζιαί τζει χαμαί η ρήαινα έκαμεν τζει να πάει

τζιαί πολοάτ’ Αροδαφνού τζιαί λέει τζιαί λαλεί της:

- Άδε την αναρκοδοντούν, την τουμπομετοπούσαν,

το πετινάριν το τσιφνόν, καλά μου το λαλούσαν !

Η ρήαινα εν άκουσεν,

οι σκλάβες της που τουν τζεί χαμαί, τζείνες εν που τ' ακούσαν

τζ' επήαν εις την ρήαιναν τζιαί λέουν τζιαί λαλούν της:

- Tζιαί να’ ξερες τζυράκκα μου, Αροδαφνού ιντά πεν!

Άδε την αναρκοδοντούν, την τουμπομετοπούσαν,

το πετινάριν το τσιφνόν, καλά μου το λαλούσαν!

Κάθεται γράφ’ έναν χαρτίν, γλήορις το βουλλώνη

τζιαί δια το εις στην σκλάβα της, Αροδαφνούς να πάρη

Χαπάρκα τζιαί μηνύματα πάλε στην Ροδαφνούσαν

- Άνου να παμεν Ροδαφνού, τζ’ η ρήαινα σε θέλει.

Τζιαί πολοάται η Αροδαφνού της σκλάβας της τζιαί λέει:

- Τωρά μουν εις την ρήαιναν, πάλε ίντα με θέλει!

- Άνου να πάμεν Ροδαφνού τωρά εν που σε θέλει.

Έμπην έσσω τζιαί έφκαλεν τα ρούχα τα καλά της

τζιαί φόρισεν τα μαύρα της τα ρούχα τα παλιά της,

μαυρίζει τζιαί το μήλον της, τζιαί πέζει το τζιαί πάει

τζιαί πολοήθην τζ’ είπεν τους τζιαί λέει τζιαί λαλεί τους:

- Τζ’ ελάτε βάγιες δαχαμέ να ποσσιαιρετιστούμεν,

γιατ’ εν ηξέρω βάγιες μου αν ενά ξαναβρεθούμεν

τζιαί που σα πάω βάγιες μου, πού σ’ αποσσιαιρετώ σας

γιατ’ εν ηξέρω βάγιες μου, πκιόν αν τζιαί ξαναδώ σας.

Έσσιετε γειάν ψηλά βουνά, τζιαί κλίνη που τζοιμούμουν,

τζ’ αυλή που δκιατζενεύκουμουν, τόποι που δκιατζενούμουν.

Τζ’ επήρεν ούλλον το στρατίν, ούλλον το μονοπάτιν,

το μονοπάτιν βκάλει την στης ρήαινας το πύρκον.

- Ίντα με θέλεις ρήαινα, τζ’ ίνταν το θελημάν σου;

Που την θωρεί η ρήαινα που τα μαλιά την πκιάννει.

- Ελα να πάμεν Ροδαφνού, τζ’ ο κάμινος αφταίννει.

Τζιαί πολοάτε η Αροδαφνού της ρήαινας τζιαί λέει:

- Tζιαί χάμνα με που τα μαλλιά, τζιαί πκιάσ’με που το σσιέριν.

Χαμνά την απού τα μαλλιά, πκιάννει την που το σσιέριν.

Τζιαί βάλλει μιαν φωνήν μιτσσιάν τζιαί μιαν φωνήν μεάλην.

Τζ’ ο ρήας εις την περασσιάν, εσείστην η πιννιά του,

πάνω στο φαν, πάνω στο πιείν, ο ρήας την ακούει:

- Μουλλώστε ούλλα τα βκιολιά τζιαί ούλλα τα λαούτα,

τουτ’ η φωνή, που ξέβικεν, εν της Αροδαφνούσας,

Τζιαί φέρτε μου τον μαύρον μου, σελλοχαλινωμένον.

Ππηά, καβαλλιτζεύκει τον, σαν ήτουν μαθημένος

τζ’ ώστι να πεί έσσιετε γειάν, έκοψεν σσίλια μίλια,

τζ’ ώστι να πουν εις το καλόν, στης ρήαινας τον πύρκον.

Βρίσκει την πόρταν βαωτήν, βάλλει φωνήν μεάλην

Έλ’ άννοιξε μου, ρήαινα, Σαρατζηνοί με τρέχουν,

Σαρατζηνοί με τα σπαθκιά, Φράντζοι με τες κουρτέλλες.

Τζιαί πολοάται η ρήαινα τζιαι λέει τζιαί λαλεί του:

- Έπαρ’ μου λλίην πομονήν, λλίην καρτερωσύνην,

γεναίκαν έχω στο τζελλίν, πέρκιμον την γεννήσω.

Κλοτσσιάν της πόρτας έδωκεν, όξω’ τουν, τζ’ έσσω βρέθην,

θωρεί τζιαι την Αροδαφνούν χαμαί στην γην σφαμένην,

τζιαί πκιάννει τζιαί την ρήαιναν, στον κάμινον την βάλλει.

Αγκάδκιασεν στην κόξαν του, τζ’ ηύρεν χρυσόν φηκάριν,

μέσα στο χρυσοφήκαρον, βρισκ’ αρκυρόν μασσιέριν,

στους ουρανούς το πάταξεν, στο σσιέριν του ευρέθην,

τζιαί πάλε ξανασύρνει το, εις την καρκιάν του έμπην.

Τζ’ επκιάσαν τους τζ’ εθάψαν τους τζεί πάνω πον τα τζιόνια.

Τζιαί τζείνος που το έβκαλεν, σαν ποιητής λοάται,

τζείνου πρέπει μακάρισι τζ’ εμέναν ως παλλά τε.