Οι παραδοσιακοί χοροί της Κύπρου

Πλάι στις άλλες Ελληνικές περιοχές που διατήρησαν τις παραδόσεις τους από τα πανάρχαια χρόνια ως τα σημερινά, στέκει περήφανα και η Κύπρος, σαν ανεξάντλητο θησαυροφυλάκιο κάθε ζωντανής ομορφιάς, γεμάτο με ανθρώπινο παλμό και πολύμορφη έμπνευση, που εξορμάει αυθόρμητα από τη ψυχή του Κυπριακού λαού.

Ο κυπριακός λαός νιώθει έντονα την ανάγκη να εξωτερικεύσει τις βαθύτερες του συγκινήσεις, δονούμενος από ανώτερα θρησκευτικά και πατριωτικά σκιρτήματα. Επηρεασμένος από ένα πλήθος ιστορικά γεγονότα, που του ξυπνούν τον ένθερμό του πατριωτισμό, εκφράζει με τα δημοτικά του τραγούδια και χορούς, τη βαθιά του φιλοπατρία και το θαυμασμό στους γενναίους και τα κατορθώματα τους.

Η Κύπρος υπέστη πολλές καταστροφές και κατακτήσεις για πολλούς αιώνες, με τη σταδιακή αλλαγή του τρόπου ζωής από τις αρχές του αιώνα μας έως τον 2ο παγκόσμιο πόλεμο, την ανεξαρτησία της το 1960 και τη βάρβαρη Τουρκική εισβολή το 1974 με το μοίρασμα του νησιού στα δύο με αρνητική επίδραση και στην παραδοσιακή λειτουργική μορφή του χορού.

Όμως ο λαός διατηρεί αμείωτο το ενδιαφέρον και την αγάπη του για τους χορούς και τα τραγούδια του, διοργανώνοντας τακτικά γιορτές και εκδηλώσεις στις οποίες μπορεί να θαυμάσει κάποιος την προσήλωση του στις παραδόσεις του τόπου, βλέποντας τη μεγάλη φροντίδα και την απόλυτη σύνδεση τους με τις κοινωνικές εκδηλώσεις.

Η εκκλησία της Κύπρου υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους παράγοντες διατήρησης της ενότητας και της πολιτισμικής κληρονομιάς του Κυπριακού λαού. Όποιος εξετάζει το λαϊκό πολιτισμό της Κύπρου μπορεί να διαπιστώσει με την πρώτη ματιά τις βυζαντινές καταβολές και τις επιδράσεις από την γειτονική Μικρά Ασία και την κυρίως Ελλάδα.

Οι βυζαντινές καταβολές είναι ιδιαίτερα αισθητές στις λεγόμενες «φωνές» που αποτελούν και το χαρακτηριστικό μουσικοποιητικό είδος του Κυπριακού μουσικοχορευτικού ρεπερτορίου. Ο ποιητάρης της Κύπρου βασισμένος στις βυζαντινές κλίμακες, στην ποιητική του ικανότητα, στη φωνή του θα δημιουργήσει μια τεράστια ποικιλία μελωδιών «σκοπών», που όλες βασίζονται στη βασική φωνή της «ίσιας», εκφράζοντας έτσι τη χαρά και τον πόνο, εξυμνώντας τον έρωτα και τη λεβεντιά.

Οι διάφορες αυτές καταβολές με τον καιρό παίρνουν τοπικό ιδίωμα και διακρίνονται με διάφορες ονομασίες όπως Ακαθκιώτισσα, Μεσαρίτιτζη, Καρπασίτιτζη, Παφίτιτζη, Τυλληρκώτισσα κλπ.

Οι φωνές αποτελούν τις βασικές μελωδίες πάνω στις οποίες πλάθονται τα διάφορα «δίστιχα» και «τετράστιχα» τραγούδια, όπου στις γιορταστικές εκδηλώσεις εκφράζονται με τη μορφή ποιητικού ανταγωνισμού και λέγονται «τσιαττιστά» ή «τσιαττίσματα», που σημαίνει ταιριάσματα των φράσεων.

Οι καταβολές αυτές δεν μπορούσαν να μην επηρεάσουν και την κίνηση, το ύφος και τη μορφή του χορού. Έτσι συναντάμε κοινά στοιχεία με χορούς του Ελληνικού νησιωτικού χώρου (μικρασιατικά παράλια, νησιά και πόλεις του Αιγαίου, Ιόνια νησιά) καθώς και με περιοχές της κυρίως Ελλάδας, από την οποία η Κύπρος δεχόταν μεγάλη επίδραση τόσο στην τέχνη όσο και γενικά σε όλες τις εκδηλώσεις της ζωής.

Η κίνηση, το ύφος και η μορφή του χορού ναι μεν επηρεάστηκαν αλλά είχαν το δικό τους χαρακτήρα. Απλά ότι εισήχθηκε από τις γειτονικές χώρες αγαπήθηκε και υιοθετήθηκε παίρνοντας τοπικό χαρακτήρα.

Ο κυπριακός παραδοσιακός χορός και η κυπριακή κοινωνία

Οι κυπριακοί χοροί και τραγούδια, γέννημα και θρέμμα του ίδιου του λαού, διαμορφώθηκαν ανάλογα με τον τρόπο ζωής των κατοίκων, τη γεωγραφική θέση, τα ήθη και έθιμα και φυσικά τα κατά καιρούς ιστορικά γεγονότα και την κοινωνική θέση του άντρα και της γυναίκας (πατριαρχική οικογένεια).

Το χορό και το τραγούδι τα συναντά κανείς σε όλες τις κοινωνικές και γιορταστικές εκδηλώσεις, κυρίως της υπαίθρου, όπως τοπικά πανηγύρια, οικογενειακά γλέντια (βαπτίσεις, ονομαστικές εορτές, γενέθλια, αρραβώνες), στα καφενεία, στα χωράφια και τους αγρούς.

Οι κυπριακοί χοροί και τραγούδια αποτελούν ένα ζωντανό μουσικό ρεπερτόριο σε όλες τις κοινωνικές και γιορταστικές εκδηλώσεις της κυπριακής υπαίθρου, σε γιορτές, σε πανηγύρια και κυρίως κατά την τετραήμερη διαδικασία του γάμου. Εκεί επικεντρώνεται το μεγαλείο της κυπριακής λαογραφίας και έβρισκαν κατά κανόνα την πλήρη τους εφαρμογή.

Στην πατριαρχική οικογένεια ο ρόλος του άντρα-πατέρα δέσποζε σε όλες τις εκδηλώσεις. Αυτός ήταν ο αρχηγός που διεύθυνε και διοικούσε τα πάντα, υπεράσπιζε την τιμή και τα συμφέροντα της οικογένειας. Αυτός είχε τον πρώτο και τελευταίο λόγο για κάθε τι και είχε τον έλεγχο της οικονομικής κατάστασης και διαχείρισης του σπιτιού μέχρι τα γεράματα, οπότε την παραχωρούσε στον μεγαλύτερο γιο.

Η θέση της γυναίκας στην οικογένεια αλλά και στην κοινωνία ήταν πολύ κατώτερη και όφειλε υπακοή στον άντρα. Ο ρόλος της ήταν να υφαίνει, να πλέκει, να κάνει τις δουλειές του σπιτιού, να βοηθά στα χωράφια, να μην αντιμιλά, να σέβεται και να είναι υπάκουη στον άντρα της.

Στοιχεία του κυπριακού χορού

Ένα σημαντικό στοιχείο που διακρίνουμε είναι ο αυτοσχεδιασμός και αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι χόρευαν δυο χορευτές και κυριαρχούσε το στοιχείο της σύγκρισης και κατ΄ επέκταση ο ανταγωνισμός.

Κάποια ιδιαίτερα χαρακτηριστικά κάνουν τους κυπριακούς χορούς να ξεχωρίζουν:

Το ύφος

Ενώ οι αντρικοί χοροί είναι εύθυμοι και ζωηροί με καθίσματα και κτυπήματα, αντίθετα οι γυναικείοι είναι συνεσταλμένοι και ντροπαλοί.

Το στήσιμο των χεριών

Ενώ στους άντρες είναι ανοικτά και τεντωμένα στα πλάγια με ζωηρή κίνηση, στις γυναίκες αντίθετα είναι λυγισμένα περίπου στο ύψος των ώμων με ρυθμικές και χαριτωμένες αντισταθμιστικές κινήσεις ισορροπίας, με ή χωρίς μαντήλι.

Ξεχωριστά

Το κυριότερο ίσως χαρακτηριστικό των κυπριακών χορών είναι ότι οι άντρες χορεύουν χωριστά από τις γυναίκες. Δεν υπάρχουν καθόλου μικτοί χοροί έχοντας ίσως μια μοναδικότητα ανά το παγκόσμιο. Αυτό συνέβαινε λόγω των αυστηρών ηθών, που επικρατούσαν την τότε εποχή. Θεωρούνταν ανήθικο η γυναίκα να χορεύει με πηδήματα, καθίσματα, κουνήματα του κορμιού και του στήθους, κτυπήματα των ποδιών και κροταλίσματα των δακτύλων. Εξάλλου, είναι γνωστές οι επιδρομές κατά καιρούς διαφόρων πειρατών και κατακτητών, που πέρασαν από το νησί λόγω της ελκυστικής γεωγραφικής του θέσης, και οι οποίοι άρπαζαν τις γυναίκες και τις βίαζαν ή τις πουλούσαν στα σκλαβοπάζαρα. Γι΄ αυτό οι άντρες, για να τις προστατεύσουν, τις απομόνωναν στα σπίτια με εσωτερικές αυλές και ψηλούς τοίχους γύρω-γύρω, ώστε να μην είναι θεατές από τους περαστικούς, στοιχείο που μπορεί κάποιος επισκέπτης στην Κύπρο να το διαπιστώσει.

Οι πιο βασικοί και χαρακτηριστικοί χοροί της Κύπρου είναι οι αντικριστοί ή καρ(τ)σιλαμά(δ)ες από την τούρκικη λέξη «καρτσί» που σημαίνει αντίκρυ. Αποτελούνται από μια σειρά χορούς με μικρές διαφορές από περιοχή σε περιοχή και από ζευγάρι σε ζευγάρι και εκτελούνται αυστηρά με την σειρά τους [ 1ος, 2ος, 3ος, 4ος, 5ος ή Μπάλος).

Αντρικοί χοροί

Σε αντίθεση με τους γυναικείους, είναι ζωηροί και δίνουν την ευκαιρία στους χορευτές να δείξουν την τέχνη και τις ικανότητες τους τόσο στις κινήσεις όσο και στην φωνή.

Το ζευγάρι ξεκινά με την σειρά τους καρτσιλαμάδες, όπου στέκεται ο ένας απέναντι στον άλλο προκλητικά, αφού όπως προαναφέρθηκε οι χοροί είναι ανταγωνιστικοί και οι χορευτές συναγωνίζονται για την λεβεντιά και την τέχνη τους. Έχουν το δικό τους περιορισμένο χώρο ή αλλάζουν θέση με το συγχορευτή τους. Αξίζει να σημειωθεί ότι οι χοροί εκτελούνταν κατά παραγγελιά και αυτό ήταν σεβαστό από όλους.

Καλός χορευτής θεωρούνταν αυτός που χόρευε «πάνω στο βελόνι» ή «σε ένα μάρμαρο» ή «με το πάτημα του βιολιού» ή «αυτός που πατά στον χρόνο» αλλά πάνω απ όλα εκείνος που πρωτοτυπούσε ή που έκανε τα δικά του.

Σημασία για το κράτημα του ρυθμού είχε το τσάκρισμα των δακτύλων (πρόκληση κρότου με τα δάκτυλα). Με την εισαγωγή του χορού γίνεται το σκόνισμα των δακτύλων είτε από το χώμα είτε από το τακούνι της μπότας , κάτι σαν τελετή.

Αρχίζουν με τον 1ο και συνεχίζουν με το 2ο και 3ο, οι οποίοι είναι συνδεδεμένοι και μπορεί να θεωρηθούν και σαν ένας χορός. Μεταξύ 3ου και 4ου παρεμβάλλεται τραγούδι, το λεγόμενο τσιάττισμα που είναι το ταίριασμα φράσεων. Λέγεται και τρα(γ)ουδιστός ή της τραουθκιάς . Είναι δίστιχα της στιγμής, που ταιριάζουν κατά την περίσταση. Εδώ οι χορευτές σταματούν τον χορό, ενώ στο γύρισμα της μουσικής (ππεστρέφιν) χορεύουν και πάλι. Ακολουθεί ο 5ος ή μπάλος που είναι συνυφασμένος με τραγούδι-τύπου αμανέ σε βυζαντινή κλίμακα και με αυτοσχέδια μελωδία, που απαιτεί καλοφωνάρη.

Τη σειρά ακολουθούσε ο συρτός που έχει την ίδια διαδικασία με τον γυναικείο.

Ακουλουθούσε ένας ολότελα διαφορετικός από τους υπόλοιπους χορούς, ο ζεϊππέκκικος, που είναι ατομικός και περιλαμβάνει σύνθετα βήματα, δίνοντας την ευκαιρία στον χορευτή να κινηθεί ελεύθερα στο χώρο και να επιδείξει την δεξιοτεχνία του με αρκετούς αυτοσχεδιασμούς και ποικιλία από φιγούρες.

Συνήθως στο τέλος χόρευαν τον καροτσέρη, που εντάσσεται στην κατηγορία των χορών τύπου νησιώτικης σούστας η χασαποσέρβικου, με διαφορετικά βήματα από όλους τους άλλους, εκρηκτικές φιγούρες καθισμάτων και κτυπήματα των ποδιών με τα χέρια.

Γυναικείοι χοροί

Επειδή οι γυναίκες κατά κανόνα ασχολούνταν με τις οικιακές εργασίες, το κέντημα το ράψιμο, το μεγάλωμα των παιδιών, δημιούργησαν μια ιδιαίτερη ψυχολογία και στους χορούς τους, που είναι ντροπαλοί και συνεσταλμένοι, υποδεικνύοντας έτσι τις θηλυκές αρετές τους. Γι αυτό το λόγο χαρακτηρίζονται για την σεμνότητα που τους διακρίνει.

Στον χορό ήταν στητές και καμαρωτές αλλά χαμηλοβλεπούσες προς αποφυγή ανταλλαγής ματιών με το αντίθετο φύλο, αφού τα αυστηρά ήθη και ο κοινωνικός περίγυρος μπορούσε να κατακρίνει το κάθε τι που προκαλούσε, ακόμα και να στιγματίσει με κακό μάτι.

Χόρευαν τον καρτσιλαμά σε τέσσερις φάσεις, ήρεμα και σοβαρά σε μικρό, περιορισμένο χώρο.

Στον 1ο και 4ο τα χέρια παίρνουν διάφορες θέσεις με αντισταθμιστικές κινήσεις ισορροπίας, ρυθμικά και χαριτωμένα. (Σημειώνεται εδώ η πιθανή επίδραση από Καππαδοκικούς χορούς τελετουργίας, δεδομένης της μαζικής καθοδου προσφύγων από την Καππαδοκία).

Ο 2ος λέγεται και χορός της κόξας (της μέσης). Αυτό γιατί πότε το ένα και πότε το άλλο χέρι ακουμπάει στη μέση.

Ο 3ος λέγεται και μαντηλού(δ)ι (μαντήλι) ή και χορός του αντρογύνου, κατά τον οποίο η κάθε κοπέλα κρατά με τα δυο χέρια το μαντήλι τεντωμένο.

Σειρά μετά τους τέσσερις καρτσιλαμάδες παίρνει ο συρτός, κατά τον οποίο πρώτα χορεύει η μια κοπέλα και η άλλη την βοηθά κρατώντας της το μαντήλι και μετά αλλάζουν θέση για να χορέψει η άλλη.

Γενικά στα πατήματα ο 1ος ταιριάζει με τον 4ο και ο 2ος με τον 3ο και το συρτό.

Ατομικοί χοροί δεξιοτεχνίας

Ακολουθούσαν ατομικοί χοροί δεξιοτεχνίας με κάποιο εξάρτημα ή όργανο κάποιας εργασίας, όπως δρεπάνι, τατσιά, μαχαίρι.

Δρεπάνι

Ξεκινά από το θέρος, όπου οι καλοί θεριστάδες πάνω στη δουλειά «έπαιζαν» το δρεπάνι κάνοντας επιδέξιες και γρήγορες κινήσεις με αυτό γύρω από το κορμί και πάνω από το κεφάλι, κόβοντας ταυτόχρονα ξυστά τις άκρες των σταχυών χωρίς να σταματούν το θέρισμα.

Τατσιά ή Σίτα

Ο χορευτής στροβιλίζει την τατσιά, μέσα στην οποία έχει τοποθετήσει ένα ποτήρι (σε σπάνιες περιπτώσεις δύο) μισογεμάτο με νερό ή κρασί, από το οποίο δεν πρέπει να χυθεί ούτε στάλα. Αξίζει να σημειώσουμε ότι τα τελευταία χρόνια στα συγκροτήματα τοποθετούνται όλο και περισσότερα ποτήρια για σκοπούς επίδειξης και ο χορός απομακρύνεται από τις παραδοσιακές του κατταβολές.

Μασιέρι (Μαχαίρι) ή Τσιακκί

Ο χορευτής κινείται ρυθμικά, γύρω από τον συγχορευτή του, κρατώντας το τσιακκίν (σουγιά) και στη συνέχεια το μπήγει στη γη χορεύοντας πάνω και γύρω απ αυτό. Με την βοήθεια του συντρόφου του λυγίζει προς τα πίσω για να πιάσει το τσιακκίν με τα δόντια του και να σηκωθεί συνεχίζοντας τον χορό. Τέλος κινεί με μεγάλη δεξιοτεχνία και σβελτάδα το τσιακκί γύρω και πάνω από το κεφάλι του συντρόφου του. Κάποια στιγμή ο χορευτής μαχαιρώνει τάχα εκείνον που τον βοηθούσε προηγουμένως, ο οποίος ξαπλώνει κάτω. Ακολουθεί μικρή αναπαράσταση της εκδοράς και του καθαρισμού του σφάγιου το οποίο, αφού ολοκληρωθεί η διαδικασία, φορτώνεται στους ώμους και χορεύει.

Καντήλα (Ποτήρι)

Στην ίδια υπερβολή δυστυχώς έχει φτάσει και ο αραπιές της καντήλας. Ο χορευτής αφού τοποθετήσει ένα μαντήλι πάνω σ' ένα μισογεμάτο ποτήρι με νερό, το αναποδογυρίζει τοποθετώντας το πάνω στο κεφάλι του και χορεύει προσπαθώντας να κρατά σε ισορροπία το ποτήρι. Κορυφαία στιγμή, όταν γονατίζει και γέρνει το κορμί προς τα πίσω, για να επανέλθει στην αρχική του θέση χωρίς να του πέσει το ποτήρι. Σήμερα στο πλαίσιο της φολκλορικής παρουσίασης των χορών οι χορευτές τοποθετούν δεκάδες ποτήρια στη σειρά, διαφοροποιώντας το χορό από την παραδοσιακή του ταυτότητα.